Στον Όλυμπο έχουν καταγραφεί 10 είδη αμφιβίων, 14 είδη σαυρών και 10 είδη φιδιών.
Όπως είναι αναμενόμενο, η ποικιλότητα των ερπετών είναι μεγαλύτερη στα χαμηλά και μεσαία υψόμετρα, όπου θα συνατήσουμε τις δύο από τις τρεις ελληνικές χελώνες, σχεδόν όλα τα φίδια (μαζί με τον Στεφανοφόρο, που ωστόσο "ανεβαίνει" μέχρι την αλπική ζώνη) και τις περισσότερε σαύρες, άποδες και τετράποδες. Εδώ θα βρούμε επίσης και τα περισσότερα αμφίβια, αν και οι δύο βάτραχοι των ρυακιών απλώνονται μέχρι το πάνω όριο του δάσους και οι Κιτρινομπομπίνες φτάνουν και τα 2500 μ. Τέλος η Σαλαμάνδρα είναι πολύ πιο συνήθης στο ορεινό δάσος παρά στο θαμνώνα.
Ξεκινώντας από χαμηλά, από τη ζώνη του θαμνώνα, θα βρούμε τα δύο είδη χελωνών της Βόρειας Ελλάδας (Testudo hermannii και Testudo marginata).
Στη ζώνη του θαμνώνα θα βρούμε όλα τα αμφίβια που αναφέρονται από την περιοχή: σε υγρές ζώνες στο ύψος των αγρών και των θαμνώνων θα συναντήσουμε τον συνήθη Πρασινόφρυνο (Bufotes viridis), τον ογκώδη Χωματόφρυνο (Bufo bufo) και τον δυσδιάκριτο Δενδροβάτραχο (Hyla arborea).
Ψηλότερα και σε όλα τα σχετικά μόνιμα στάσιμα νερά - λούτσες και νερολακούβες στην άκρη των δρόμων - θα εντοπίσουμε εύκολα την πανταχού παρούσα Κιτρινομπομπίνα (Bombina variegata).
Στα πιο κρύα νερά των ορεινών ρεμάτων θα διακρίνουμε τη μορφή του Ελληνικού βάτραχου (Rana graeca) να στέκεται ήρεμα στις όχθες, ενώ ο Ελληνικός Βαλτοβάτραχος (Pelophylax kurtmuelleri) προτιμά τις πιο ζεστές μικρές και μεγάλες λούτσες. Σε όλα τα ρεόντα νερά θα βρούμε διάσπαρτες ομάδες από Ευκίνητους βάτραχους (Rana dalmatina).
Στις μόνιμες επιφάνειες στάσιμου ή πολύ αργά ρέοντος νερού θα βρούμε τα δύο είδη τρίτωνα της χαμηλής και μέσης ζώνης, πιο συχνά τον Ελληνικό Κοινό Τρίτωνα (Lissotriton vulgaris) και σε πιο ορεινά νερά τον Μακεδονικό Τρίτωνα (Triturus macedonicus).
Σημειώνουμε ότι καθότι ο Όλυμπος δεν διαθέτει μόνινες επιφάνειας νερού στην αλπική ζώνη, δεν φιλοξενεί Αλπικούς τρίτωνες, είδος που είναι ευρύτατα κατανεμημένο στην οροσειρά της Πίνδου.
Στη ζώνη του ορεινού δάσους, ένα περιβάλλον που δεν ευνοεί τα ερπετά, θα συναντήσουμε τις αργές Σαλαμάνδρες (Salamandra salamandra).
Στις ξηρότερες περιοχές θα συναντήσουμε τις συνήθεις σαύρες της χαμηλής ζώνης: τα ευκίνητα Σιλιβούτια (Podarcis erhardii), τις πιο διστακτικές Βαλκανόσαυρες (Podarcis tauricus) και τις θορυβώδεις Τρανόσαυρα (Lacerta trilineata) και Πρασινόσαυρα (Lacerta viridis). Κάτω από την άφθονη φυλλάδα του θαμνώνα κυνηγάει ο σχεδόν αόρατος Αβλέφαρος (Ablepharus kitaibelli), μέσα στις σχισμές και τις ξερολιθιές κρύβεται ο επιφυλακτικός Κυρτοδάκτυλος (Mediodactylus kotschyi), ενώ οι άποδες σαύρες, όπως το Ελληνικό Κονάκι (Anguis graeca) και ο ογκώδης Τυφλίτης (Pseudopus apodus) μπορούν να βρεθούν σε κάθε ενδιαίτημα της ζώνης αυτής.
Στην ανώτερη υψομετρικά ζώνη, δηλαδή από το δασοόριο μέχρι και τα οροπέδια της Μπάρας και των Μουσών, θα συναντήσουμε μόνο λίγες διστακτικές Τοιχόσαυρες (Podarcis muralis).
Με εξαίρεση τον Στεφανοφόρο, που προτιμά πιο δροσερά περιβάλλοντα, στη χαμηλή ζώνη ζουν πρακτικά όλα τα είδη φιδιών του Ολύμπου: η Σαΐτα (Platyceps najadum), η Δενδρογαλιά (Hierophis gemonensis), το Σπιτόφιδο (Zamenis situla), ο Λαφιάτης (Elaphe quatuorlineata), ο Λαφίτης του Ασκληπιού (Zamenis longissimus), ο Εφιός (Dolichophis caspius), ο Σαπίτης (Malpolon insignitus), το Αγιόφιδο (Telescopus fallax) και η παραξηγημένη Οχιά (Vipera ammodytes).
Το Λιμνόφιδο (Natrix tessellata) ενδημεί σε υγρά λιβάδια και μόνιμα νερά.
Το μοναδικό φίδι που μπορεί να ζήσει στην αλπική ζώνη είναι ο Στεφανοφόρος (Coronella austriaca), που τον βρίσκουμε μέχρι και τα 2400 μ.